Τα σεξιστικά/ομοφοβικά στερεότυπα και οι ρίζες της καταπίεσης των ομοφυλόφιλων




Οι ομοφυλόφιλοι/ες αποτελούν σήμερα μια στιγματισμένη και καταπιεσμένη μειονότητα, όχι μόνο λόγω της καταδίκης των "σοδομιτών" και των "αμαρτωλών από την εκκλησία, αλλά κυρίως με την αντίληψη που δημιουργήθηκε από βιολόγους, γιατρούς, ψυχολόγους και επιβλήθηκε κοινωνικά το 19ο αιώνα, η οποία όρισε και κατέταξε την ομοφυλοφιλία σαν μια κυριολεκτικά αρρωστημένη έκφραση της σεξουαλικότητας των ανθρώπων. Ακόμη και οι διαφωτιστές του 18ου αιώνα που πολεμούσαν την πουριτανική ηθική της εκκλησίας και απέρριπταν τις ποινικές διώξεις των ιδιωτικών σεξουαλικών πράξεων, καταδίκασαν το "σοδομισμό" σαν μια αρρωστημένη και επικίνδυνη για την κοινωνία συμπεριφορά. Η φύση, κατά τους διαφωτιστές, χάρισε τη σεξουαλική απόλαυση στον άνδρα και τη γυναίκα για να τεκνοποιούν και κατά συνέπεια, μόνο η ετεροφυλόφιλη σεξουαλικότητα θα μπορούσε να είναι υγιής και κοινωνικά αποδεκτή.

Η ομοφυλοφιλία απορρίπτεται ως μια πλευρά της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, ανάγκη ή έστω "παρέκκλιση" όλων των ανθρώπων και οριοθετείται σαν προβληματική μειονοτική ταυτότητα, επικίνδυνη για την αναπαραγωγή της κοινωνίας και την ατομική ευτυχία, δικαιολογώντας ως αναγκαία την αυστηρή επιτήρηση και περιθωριοποίησή της. Το 1871 με το άρθρο 175 του ΠΚ της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, η ομοφυλοφιλία μετατρέπεται σε έγκλημα που τιμωρείται με βαριά πρόστιμα και φυλάκιση μέχρι πέντε χρόνια. Τα επόμενα χρόνια οι συλλήψεις με την κατηγορία της ομοφυλοφιλίας ανέρχονται ετήσια σε περίπου 700 σε Γερμανία και Βρετανία.

Στον 20ο αιώνα πλέον, το κράτος πρόνοιας με όλες τις δημόσιες υπηρεσίες του, η εκπαίδευση, οι ιατρικοί και δικαστικοί θεσμοί, οι θεσμοί καταστολής, όπως ο στρατός και η αστυνομία, αλλά και οι ιδεολογικοί μηχανισμοί, όπως η εκκλησία και τα ΜΜΕ και φυσικά η ίδια η "πυρηνική οικογένεια" βασίζονται και αναπαράγουν την ιδεολογία της της "έμφυλης" και βιολογικής βάσης της σεξουαλικότητας με απόλυτο και ανατιθετικό διαχωρισμό όχι μόνο των σεξουαλικών, αλλά παράλληλα των κοινωνικών και οικονομικών ρόλων των φύλων "άνδρας-γυναίκα". Έτσι οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα υποθέτουν ότι το να έχεις γεννηθεί με ένα συγκεκριμένο βιολογικό φύλο σε προορίζει για ένα μονοπάτι σεξουαλικής ανάπτυξης και κάθε παρέκκλιση παρουσιάζεται σαν "διαταραχή" της σεξουαλικότητας.

Συχνά η αντιμετώπιση των ομοφυλόφιλων στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία δεν διαφέρει από αυτήν ενός "νέγρου", αυτού που κουβαλάει το στίγμα, την αμαρτία, το "κουσούρι", και αυτό από μόνο του παρουσιάζεται ως εξήγηση της κατωτερότητας και της διακριτικής του μεταχείρισης. Το "φυσιολογικό" της ετεροφυλοφιλίας αποδεικνύεται από την ίδια τη φύση που επιβάλλει το ζευγάρωμα των δύο φύλων, με σκοπό την αναπαραγωγή του είδους. Ο ομοφυλόφιλος παραβιάζοντας την ίδια την "ανθρώπινη φύση", δεν μπορεί να είναι αποδεκτός ως ισότιμος άνθρωπος και πολίτης, αλλά μόνο σαν κίνδυνος για την ειρηνική και "φυσιολογική" συμβίωση των υπολοίπων.

Οι κυρίαρχες εικόνες που αναπαράγονται καθημερινά για τους ομοφυλόφιλους/-ες είναι εξόχως υποτιμητικές. Είναι η εικόνα κάποιων "χαρούμενων και τρελών αδερφών", που κινούνται στον κόσμο της νύχτας, με μια ιδιαίτερη προσκόλληση σε έναν χωρίς φραγμούς σεξουαλισμό. Η άλλη εικόνα είναι αυτή ενός δυστυχισμένου και απομονωμένου ατόμου που έχει πέσει θύμα των ίδιων των αρρωστημένων επιθυμιών του. Ποτέ ή σχεδόν καθόλου δεν έχουμε την εικόνα ότι οι ομοφυλόφιλοι/-ες είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία νέοι/-ες και εργαζόμενοι/-ες που ζούνε δίπλα μας, αλλά δεν εκδηλώνουν ανοιχτά τις σεξουαλικές τους επιθυμίες από το φόβο του στιγματισμού και της κοινωνικής απομόνωσης. Και μοιάζει σχεδόν αδιανόητο ότι μπορούν να υπάρχουν ομοφυλόφιλοι/-ες κοινωνικά δραστήριοι/-ες και πολύ περισσότερο κοινωνικοί αγωνιστές/-στριες ενάντια στις διακρίσεις και την καταπίεση.

Σε αυτό το κοσμοείδωλο, η ομοφυλοφιλία σαν επιθυμία και ανάγκη, όχι απλά δεν χωράει, αλλά αναγκαστικά έχει αρνητικό πρόσημο. Οι ομοφυλόφιλοι/-ες δεν είναι παρά οι προλετάριοι του έρωτα και του σεξ σε μια κοινωνία που συνεχίζει να θεωρεί την καπιταλιστική πυρηνική οικογένεια σαν το μόνο φυσιολογικό τρόπο για μια ευτυχισμένη και ισορροπημένη κοινωνική ζωή, καθώς την εξιδανικεύει σαν ένα "μικρό παράδεισο" συντροφικότητας και αλληλεγγύης σε έναν άκαρδο κόσμο εκμετάλλευσης, καταπίεσης και μιζέριας.

Όμως καθώς η ομοφυλοφιλία σηματοδοτεί τον οριστικό διαχωρισμό της ανθρώπινης σεξουαλικότητας από την απόκτηση και την ανατροφή παιδιών και την ίδια στιγμή αρνείται ολοκληρωτικά τη σύνδεση του βιολογικού φύλου και των παραπάνω κοινωνικών του ρόλων, επιβεβαιώνει την ελευθερία για το κάθε άτομο να επιλέξει το είδος των σχέσεων που ικανοποιούν καλύτερα τις υλικές και συναισθηματικές του ανάγκες, απαλλαγμένο πλέον από τους υλικούς και σεξιστικούς περιορισμούς της ταξικής κοινωνίας.

Δεν ήταν πάντα έτσι

Η διαδρομή των προϊστορικών τροφοσυλλεκτικών κοινωνιών του είδους μας, του Homo Sapiens Sapiens, καλύπτει τα 195.000 από τα περίπου 200.000 χρόνια που έχει εμφανιστεί στον πλανήτη μας. Στις κοινωνίες αυτές που όλα τα ανθρωπολογικά ευρήματα βεβαιώνουν ότι δεν υπήρχε ταξική ανισότητα και κράτη ούτε ανισότητα των φύλων και καταπίεση των γυναικών, κυριαρχούσε συνήθως το μητρικό δίκαιο, καθώς από τη μητέρα καθοριζόταν η καταγωγή των παιδιών. Η εξασφάλιση της επιβίωσης της κοινότητας όσο και η οικογενειακή και σεξουαλική ζωή των προϊστορικών ανθρώπων ήταν οργανωμένη σε συλλογική βάση και γύρω από τους καταυλισμούς που διέμεναν ανά διαστήματα.

Η συχνή μετακίνηση των κοινοτήτων σε αναζήτηση νέων πηγών τροφής και συνήθως κάτω από επικίνδυνες συνθήκες, περιόριζε τη δυνατότητα των γυναικών για τεκνοποίηση σε ένα ή δύο το πολύ παιδιά. Παράλληλα, τις καθιστούσε απαραίτητες στην επιβίωση της κοινότητας με την καθημερινή συλλογή καρπών, φρούτων και φυτών ή την καλλιέργεια κηπευτικών προϊόντων γύρω από τον καταυλισμό, την ίδια ώρα που οι άνδρες επιδίδονταν στο πιο δύσκολο, αλλά και επισφαλές κυνήγι άγριων ζώων για την εξασφάλιση κρέατος. Αλλά, εξαιτίας της επικινδυνότητάς του πολλές φορές και το κυνήγι θηραμάτων ήταν έργο όλης της κοινότητας με τη συμμετοχή γυναικών και παιδιών.

Σε αυτές τις κοινωνίες η συλλογική δράση και η αλληλεγγύη των μελών της κοινότητας ήταν απαραίτητες για την επιβίωση όλων, ενώ η αδυναμία συσσώρευσης πλούτου και ιδιοκτησίας επέβαλλε ένα εξισωτικό κλίμα, το οποίο αποδοκίμαζε ως επιζήμιες τις συμπεριφορές που εκδήλωναν ατομικό εγωισμό, ανταγωνισμό ή ζήλια προς τα άλλα μέλη της κοινότητας, γυναίκες και άνδρες. Η ανατροφή των παιδιών αντιμετωπιζόταν ως υπόθεση όλης της κοινωνίας και όχι μόνο των βιολογικών γονέων. Η ίδια η οργάνωση αυτών των κοινωνιών άφηνε ένα ευρύ πλαίσιο ελευθερίας στη σύναψη των σεξουαλικών σχέσεων, καθώς οι άνθρωποι λειτουργούσαν σε ένα πλαίσιο ισοτιμίας και συντροφικότητας.

Πριν από μόλις 10.000 χρόνια με την ανακάλυψη του αρότρου και τη σταδιακή ανάπτυξη της γεωργίας, προέκυψε η δυνατότητα για τη δημιουργία όλο και μεγαλύτερων μόνιμων οικισμών, αλλά συγχρόνως και η ανάγκη να αντιμετωπιστούν με τη δημιουργία αποθεμάτων οι κατά καιρούς ελλείψεις στην τροφοδοσία του πληθυσμού. Οι ομάδες ανθρώπων που ασχολούνταν με τις τεχνικές καινοτομίες και τα εγγειοβελτιωτικά έργα, καθώς και την προστασία των αποθεμάτων της κοινότητας, σταδιακά, ακόμη και με τη χρήση του πολέμου, εκμεταλλεύτηκαν τις θέσεις κύρους τους ώστε να παρουσιάζουν σαν λογικό και συμφέρον για όλη την κοινότητα το να ελέγχουν και να αξιοποιούν κατά βούληση αυτά τα αποθέματα. Η ατομική κατοχή του πλούτου που παράγει η κοινότητα δημιούργησε τις πρώτες ιδιοκτήτριες τάξεις, που με την ανάπτυξη και ένοπλων σωμάτων για την αντιμετώπιση των απειλών από το εσωτερικό της κοινότητας ή εκτός αυτής, οδήγησε για πρώτη φορά στην οργάνωση του κράτους και των πρώτων οργανωμένων ταξικών κοινωνιών και πολιτισμών πριν από 5.000 χρόνια περίπου.

Από εκείνο το σημείο και έπειτα, το ανδρικό φύλο, κυριαρχώντας στη βαριά γεωργική παραγωγή, στο εμπόριο και τη στρατιωτική ζωή, επέβαλλε την εξουσία του σε όλους τους άλλους κοινωνικούς τομείς, ως το φύλο που μονοπωλεί τις πιο παραγωγικές και σημαντικές εργασίες της κοινότητας. Η γυναίκα έχασε σχεδόν εξολοκλήρου την ισότιμη και υπολογίσιμη θέση της στην οικονομική και κοινωνική ζωή και ο ρόλος της, από κεντρικός στην παραγωγή και αναπαραγωγή της κοινότητας, περιορίστηκε στο να είναι παραγωγός και τροφός των παιδιών και πιστή και υπάκουη σύζυγος του "κουβαλητή" του σπιτιού. Η επικράτηση της μονογαμίας για τη γυναίκα δεν επιβλήθηκε σαν κάποια ανώτερη ηθική, αλλά είχε προφανή οικονομική σκοπιμότητα για τις ιδιοκτήτριες τάξεις: ήταν ο ασφαλής τρόπος ελέγχου για τη σίγουρη μεταβίβαση της περιουσίας του άνδρα στους δικούς του αρσενικούς απογόνους. Η σταδιακή ανατροπή της ισότιμης κοινωνικής συμμετοχής ανδρών και γυναικών και της συλλογικής οργάνωσης της κοινωνικής και οικογενειακής ζωής σήμανε και την ανατροπή των ισότιμων και πολύ πιο ελεύθερων σεξουαλικών σχέσεων που επικρατούσαν στις προταξικές κοινωνίες. Αυτή ήταν η "παγκόσμια ιστορική ήττα του γυναικείου φύλου" για την οποία μίλησε ο Ένγκελς.

Αυτή η νέα σχέση ανισότητας των φύλων, καταπίεσης και κατοχής του γυναικείου φύλου από τον άνδρα, χαρακτηρίστηκε ως πατριαρχία, κυρίως από τις ακτιβίστριες και τις θεωρητικούς του  φεμινιστικού κινήματος. Όμως, η γενική αναφορά στην πατριαρχία, σαν γενική εξήγηση της σεξιστικής καταπίεσης, συσκοτίζει τις διαφορετικές μορφές που πήρε αυτή η άνιση σχέση των φύλων στη διαδρομή από τις αρχαίες γεωργικές μέχρι τις δουλοκτητικές και φεουδαρχικές κοινωνίες και τον καπιταλισμό σήμερα, με αλλαγές στο γάμο, την οικογένεια και την ιδεολογία τους. Η εξήγηση αυτών των διαφοροποιήσεων σε συνάρτηση με τις γενικότερες αλλαγές στην οργάνωση της οικονομίας και της παραγωγής, αποφεύγει τον κίνδυνο να αποδοθεί η σεξιστική καταπίεση σε κάποια έκφραση της ανθρώπινης φύσης, αποκαλύπτοντας ότι δεν είναι παρά προϊόν συγκεκριμένων ιστορικών εξελίξεων και συνθηκών, που στη σημερινή εποχή τείνουν να εξαλειφθούν.

Οι ρίζες της καταπίεσης

Ο σεξισμός είναι η πιο στοιχειώδης μορφή πολιτικής, μια καλοδουλεμένη ιδεολογία στην οποία εκπαιδεύεται ο κάθε άνθρωπος ήδη από τη βρεφική του ηλικία μέσα στο πλαίσιο της "πυρηνικής-ετεροφυλόφιλης-μονογαμικής" οικογένειας. Οι αυτονόητες και "φυσικές" αλήθειες του σεξισμού για την ανισότητα και τους ρόλους των φύλων, στις οποίες στηρίζεται ιδεολογικά και η καπιταλιστική οικογένεια, έχουν πίσω τους μια ιστορία χιλιετιών.

Η κυρίαρχη σεξιστική ιδεολογία κατανέμει στα άτομα ρόλους στο πλαίσιο της οικογένειας και της κοινωνίας, που τους παρουσιάζει και τους νομιμοποιεί ως μια εξωκοινωνική και αιώνια αλήθεια, που μας έχει δήθεν επιβληθεί από τη φύση και τη βιολογία. Οι επαγγελματικοί ρόλοι αποτελούν την ουσία της αντρικής συμπεριφοράς, ενώ οι οικογενειακοί αποτελούν ένα εξίσου κεντρικό μέρος της γυναικείας συμπεριφοράς. Ο γυναικείος ρόλος γίνεται έτσι "περιποιητικός και εκφραστικός", ενώ ο αντρικός "οργανικός και προσανατολισμένος στο έργο". Μ' αυτό τον τρόπο νομιμοποιεί και την πρωτοκαθεδρία του "αρσενικού φύλου" και παράλληλα κατασκευάζει τις μειονότητες που απορρίπτονται από αυτό το κυρίαρχο πλαίσιο ρόλων.

Το σημερινό πρότυπο της "πυρηνικής οικογένειας" δεν είναι παρά η σύγχρονη μορφή της πατριαρχικής οικογένειας, η οποία επικράτησε σε όλες τις ταξικές κοινωνίες πριν τον καπιταλισμό. Η επιβολή της ανδρικής κυριαρχίας πάνω στις γυναίκες, η μονογαμία ως ύψιστη ηθική αρετή και υποχρέωση των γυναικών, η μετατροπή της οικογένειας σε θεσμό μεταβίβασης περιουσίας, αποτελούν διαχρονικά χαρακτηριστικά της. Σ' αυτά ο καπιταλισμός έδωσε νέο νόημα και προσάρμοσε τη λειτουργία και την ιδεολογία της στις δικές του ανάγκες. 

Γι' αυτό είναι λανθασμένη η άποψη που περιορίζει το ζήτημα μόνο στην καταπολέμηση της ομοφοβίας και των προκαταλήψεων με τη λήψη κατάλληλων νομικών μέτρων. Το πρόβλημα της σεξιστικής καταπίεσης έχει υλικές ρίζες και όχι απλά ιδεολογικές αιτίες. Σχετίζεται με την οργάνωση της αναπαραγωγής των ανθρώπων μέσα σε κάθε κοινωνία και γι' αυτό αποτελεί ένα εξόχως πολιτικό πρόβλημα.

"Ομοφυλοφιλία, σεξουαλικότητα και η πάλη για την απελευθέρωση", Κώστας Τορπουζίδης, Εκδόσεις "Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο"