Επαναστατικό κόμμα και εργατική εφημερίδα


Πάνος Γκαργκάνας

Το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα είναι μια αριστερή οργάνωση που στηρίζεται στη γνήσια επαναστατική παράδοση του Μαρξ και του Λένιν. Τόσο ο Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο όσο και ο Λένιν στο κλασικό του έργο "Κράτος και επανάσταση" επιμένουν ότι η εργατική τάξη έχει ανάγκη να οργανωθεί απέναντι σε έναν αντίπαλο που είναι ισχυρά οργανωμένος.

Η κυρίαρχη τάξη μέσα στον καπιταλισμό διαθέτει τους ισχυρότερους κρατικούς μηχανισμούς που έχουν υπάρξει ποτέ στην πορεία της ανθρώπινης ιστορίας. Όπως γράφει ο Άλεξ Καλλίνικος στο βιβλίο του "Οι επαναστατικές ιδέες του Καρλ Μαρξ":

"Ο θρίαμβος του καπιταλισμού οδήγησε σε μια τεράστια ισχυροποίηση της εξουσίας και της αποτελεσματικότητας της κρατικής μηχανής". Ο Καλλίνικος στηρίζεται στον Ένγκελς που έγραψε την ανάλυση για την "Καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους" και επισήμανε ότι το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό έφερε μαζί του μια πρωτοφανή συγκεντροποίηση και γραφειοκρατικοποίηση όλων των κρατικών μηχανισμών.

Οι καπιταλιστές έχουν στη διάθεσή τους όχι μόνο τα αστικά πολιτικά κόμματα που κινητοποιούν τμήματα του πληθυσμού υπέρ των δικών τους απόψεων, αλλά και στρατιωτικούς, οικονομικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς. Η εργατική τάξη έχει να αντιμετωπίσει καθημερινά όχι μόνο τη δημαγωγία των αστών πολιτικών, αλλά και τους εκβιασμούς των απολύσεων, τη βία της αστυνομίας, την προπαγάνδα των ΜΜΕ. Ο κάθε εργάτης ή νέος σαν άτομο στέκεται ανίσχυρος απέναντι σε όλα αυτά. Η ανάγκη για συλλογική οργανωμένη απάντηση προκύπτει φυσιολογικά απ' αυτή την κατάσταση. Το πραγματικό ζήτημα που ανοίγει είναι με ποιον τρόπο μπορεί να οργανωθεί η εργατική τάξη για να παλέψει.

Μια πρώτη απάντηση έχει να κάνει με το ότι η εργατική τάξη έχει τη συλλογικότητα από την ίδια τη φύση της. Ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα που δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο δημιουργώντας διαρκώς μεγαλύτερες συγκεντρώσεις εργατών στις πόλεις και στις επιχειρήσεις του. Όλη η ιστορία των προηγούμενων δύο αιώνων επιβεβαιώνει αυτή την τάση.

Μετά τις αστικές επαναστάσεις στην Αγγλία και τη Γαλλία, και ιδιαίτερα μετά τη βιομηχανική επανάσταση, το τρίγωνο Μάντσεστερ-Λυών-Άμστερνταμ ανέδειξε για πρώτη φορά πώς ζουν, δουλεύουν και παλεύουν οι σύγχρονοι εργάτες. Η συλλογικότητα απέναντι στον κοινό εργοδότη, οι κοινές εμπειρίες από τις εργατογειτονιές, οι νέες δυνατότητες επικοινωνίας έγιναν βάση για να εμφανιστούν τα πρώτα εργατικά κινήματα, τα πρώτα συνδικάτα, οι Χαρτιστές, το πέρασμα από τις αστικές στις εργατικές επαναστάσεις το 1848.

Πάνω σε αυτά στηρίχτηκαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς για να διατυπώσουν ότι ο καπιταλισμός δημιουργεί τον "ιστορικό του νεκροθάφτη", το προλεταριάτο, και ότι η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι υπόθεση της ίδιας της εργατικής τάξης.

Εδώ έχουμε ένα πρώτο κρατούμενο. Οι επαναστάτες δεν ψάχνουν για μορφές οργάνωσης που πάνε να υποκαταστήσουν τη δράση των ίδιων των εργατών. Όχι μόνο γιατί οι ίδιοι οι εργάτες έχουν τη συλλογική δύναμη για να παραλύσουν τον καπιταλισμό, να τον ανατρέψουν και να τον αντικαταστήσουν με το δικό τους συλλογικό και δημοκρατικό έλεγχο. Αλλά και γιατί κάθε απόπειρα υποκατάστασης έχει καταλήξει σε καρικατούρα ή σε τραγωδία.

Ήδη πριν από το Μαρξ και τον Ένγκελς, οι Ουτοπικοί σοσιαλιστές πίστευαν ότι μπορούν να υποκαταστήσουν την κοινή δράση των εργατών με τη δύναμη της λογικής και την πειστικότητα των μοντέλων τους: ότι όλη η κοινωνία θα έβλεπε την αξία των πρότυπων κοινοτήτων όπως τις περιέγραφε ο Φουριέ ή ο Όουεν. Αυτός ο δρόμος δεν οδήγησε πουθενά, όπως αδιέξοδες αποδείχθηκαν και οι απόπειρες να φτιαχτούν συνωμοτικές επαναστατικές ομάδες που θα οργάνωναν την κατάληψη της εξουσίας για λογαριασμό των εργατών ερήμην των εργατών. Ο Μαρξ διαφωνούσε με τις τάσεις υποκατάστασης που προωθούσε ο Μπλανκί και αποδείχθηκε ότι είχε δίκιο, όταν οι εργάτες του Παρισιού έδωσαν το 1871 το παράδειγμα της Κομμούνας.

Από τότε έχει αποδειχθεί πολλές φορές ότι δεν υπάρχουν απελευθερωτές που μπορούν να φέρουν μια σοσιαλιστική κοινωνία για λογαριασμό της εργατικής τάξης πάνω από τα κεφάλια της.  Στο τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου χιλιάδες εργάτες έλπιζαν ότι η προέλαση του ρωσικού στρατού θα έφερνε το σοσιαλισμό στην ανατολική Ευρώπη. Πολύ σύντομα άρχισε να φαίνεται ότι εκείνα τα καθεστώτα έρχονταν σε σύγκρουση με τους εργάτες όταν η εργατική τάξη έμπαινε σε κίνηση. Αυτό έγινε στην Ανατολική Γερμανία το 1953, στην Ουγγαρία το 1956, στην Τσεχοσλοβακία το 1968, στην Πολωνία το 1956, το 1968 και το 1980.

Ούτε οι αγροτικοί αντάρτικοι στρατοί του Μάο ή του Κάστρο κατάφεραν να υποκαταστήσουν την εργατική τάξη. Μπήκαν νικητές στο Πεκίνο και στην Αβάνα αντίστοιχα, συγκρούστηκαν νικηφόρα με τους ιμπεριαλιστές και γέννησαν μεγάλες ελπίδες. Αλλά χωρίς τη δράση των ίδιων των εργατών, ή ακόμα χειρότερα ενάντια σε αυτήν όπως έγινε το 1989 στην Πλατεία Τιενανμέν, η κατάληξη ήταν αυτή που ξέρουμε σήμερα.

Δεν υπάρχουν, λοιπόν, μονοπάτια που κόβουν δρόμο. Το υποκείμενο της κοινωνικής αλλαγής είναι η ίδια η εργατική τάξη και ο τρόπος που οργανώνεται λογοδοτεί σ' αυτή τη βασική αρχή.

Αυτός που στηρίχτηκε σ' αυτή την αντίληψη και την προχώρησε παραπέρα ήταν ο Λένιν και οι άλλοι Μαρξιστές επαναστάτες που αναδείχθηκαν μέσα στο κύμα που σάρωσε την Ευρώπη στα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ήταν οι επαναστάτες που συνδύασαν την προοπτική "Όλη η εξουσία στα σοβιέτ", δηλαδή στα χέρια των ίδιων των εργατών, με την οικοδόμηση ενός κόμματος που συσπειρώνει τους πρωτοπόρους εργάτες για να φτάσει σε αυτό το σκοπό. Ένα κόμμα της εργατικής πρωτοπορίας που συνδέεται με την τάξη με τρόπο δημοκρατικό-συγκεντρωτικό.

Και οι δύο έννοιες, της εργατικής πρωτοπορίας και του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, έχουν ποδοπατηθεί άσχημα από τις αρνητικές εμπειρίες του σταλινισμού που ακολούθησε μετά την ήττα των επαναστάσεων 1917-1936. Στις ιδέες του περισσότερου κόσμου αυτό το σχήμα ταυτίζεται με μια ελίτ που συγκεντρώνει τη δύναμη στα χέρια της. Δεν είναι όμως έτσι.

Η εργατική πρωτοπορία είναι ένα κομμάτι της εργατικής τάξης που διαμορφώνεται από την ίδια την κίνησή της. Δεν είναι εγκεφαλικό κατασκεύασμα των λενινιστών ούτε αυτοπροσδιορίζεται αυτάρεσκα κοιτώντας την τάξη αφ' υψηλού. Η εργατική τάξη δεν μπαίνει σε κίνηση ενιαία. Σε κάθε ιστορική στιγμή και σε κάθε κοινωνία, υπάρχουν συγκεκριμένα τμήματα της εργατικής τάξης που έχουν αποκτήσει μεγαλύτερες εμπειρίες και έχουν ξεκαθαρίσει περισσότερο για τη θέση τη δική τους και της τάξης τους μέσα στην κοινωνία.

Όποιος έχει ζήσει μια απεργία το καταλαβαίνει αυτό πολύ καλά. Μέσα στο ίδιο εργοστάσιο και πολύ περισσότερο μέσα σε έναν ολόκληρο κλάδο υπάρχουν εργάτες φοβισμένοι που προτιμούν να γίνουν απεργοσπάστες παρά να ρισκάρουν την έκβαση μιας μάχης που είναι η κάθε απεργία, και υπάρχουν εργάτες που παίζουν το κεφάλι τους μπαίνοντας μπροστά για να οργανώσουν αυτή τη μάχη. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα υπάρχει ένα ολόκληρο κομμάτι που ταλαντεύεται και το προς τα πού θα γείρει καθορίζει τις τύχες της απεργίας.

Αυτή η "τριχοτόμηση" ισχύει και στο συνολικό επίπεδο της τάξης, από την ίδια την αντιφατική θέση της μέσα στην κοινωνία. Είναι μια τάξη με ιστορική προοπτική, ο εν δυνάμει νεκροθάφτης του καπιταλισμού, αλλά και μια τάξη κυριαρχούμενη, που βομβαρδίζεται από ιδεολογικούς μηχανισμούς των αντιπάλων της και χτυπιέται από την καταπίεση και την εκμετάλλευση. Γι' αυτό υπάρχει πάντα ένα κομμάτι που έχει υποκύψει, ένα κομμάτι που αντιστέκεται και ένα "κέντρο" που γέρνει πότε προς τα δω και πότε προς τα κει. Οι συσχετισμοί αλλάζουν ανάλογα με τις συγκυρίες και την ταξική πάλη, αλλά η αναγκαιότητα για να οργανωθεί το πρωτοπόρο κομμάτι για να επηρεάσει την έκβαση των αγώνων της τάξης είναι γεγονός αναμφισβήτητο.

Από εδώ ξεκινάει η αντίληψη του Λένιν για το επαναστατικό κόμμα σαν κόμμα της εργατικής πρωτοπορίας. Τα καλύτερα κομμάτια της τάξης έχουν ανάγκη τη δική τους ξεχωριστή οργάνωση. Και αυτό συνεπάγεται άλλες δύο ανάγκες: πρώτο, την ομογενοποίηση των εργατικών πρωτοποριών, το ξεκαθάρισμα και τη συγκρότησή τους με τη βοήθεια της επαναστατικής θεωρίας. Και δεύτερο, την εξασφάλιση της σύνδεσής τους με την τάξη με συστηματικό τρόπο. Σε αυτά λογοδοτεί ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός.

Υπάρχουν μαχητικοί εργάτες που μπορεί να είναι πρώτοι και καλύτεροι στις απεργίες, αλλά μπορεί να κουβαλάνε συντηρητικές αντιλήψεις για τη θέση π.χ. των γυναικών στον αγώνα και στην κοινωνία γενικότερα. Και υπάρχουν μαχητικές φοιτήτριες που μπορεί να είναι ξεκάθαρες π.χ. ενάντια στο ρατσισμό, αλλά να έχουν αφηρημένες αντιλήψεις για τη ζωή και τη δράση των εργατών. Το επαναστατικό κόμμα είναι η οργάνωση που κάνει τις συνδέσεις και βοηθάει όλα τα πρωτοπόρα κομμάτια να ξεκαθαρίσουν. Όχι μόνο να απαλλαγούν από τις όποιες καθυστερημένες αντιλήψεις μπορεί να τα επηρεάζουν ακόμα, αλλά να μάθουν να μετρούν συγκεκριμένα την πολιτική και οικονομική κατάσταση, τους συσχετισμούς ανάμεσα στις τάξεις και να διαμορφώνουν προτάσεις για τη δράση κάθε κομματιού και του εργατικού κινήματος στο σύνολό του.

Αυτή η προσπάθεια γίνεται συλλογικά, με την τακτική δημοκρατική συζήτηση και την κοινή εξώστρεφη δράση. Στο ΣΕΚ δεν αντιμετωπίζουμε το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό σαν τσελεμεντέ, σαν αφηρημένες διατάξεις ενός καταστατικού, αλλά σαν ζωντανή λειτουργία με τοπικούς πυρήνες, που ενώνουν εργάτες, φοιτητές και μαθητές σε κοινές βδομαδιάτικες συνεδριάσεις με θεωρητική και πρακτική συζήτηση και πανελλαδική συνδιάσκεψη κάθε χρόνο. Έχουμε τηρήσει αυτή την παράδοση συστηματικά εδώ και σαράντα χρόνια, ακριβώς γιατί πιστεύουμε ότι υπήρχε διαφορά ανάμεσα στο κόμμα του Λένιν που λειτουργούσε έτσι και στα κόμματα που προσάρμοσαν την εσωτερική λειτουργία τους στις ανάγκες του εκλογικού κύκλου με συνέδρια κάθε τέσσερα χρόνια και με ανεξέλεγκτους κοινοβουλευτικούς και συνδικαλιστικούς αστέρες.

Μια σωστή θεωρία για την κρίση του καπιταλισμού ή για την κατάσταση του ιμπεριαλισμού δεν χτίζεται επειδή κάποιος σύντροφος γράφει ένα καλό βιβλίο για το θέμα, όσο σημαντικό κι αν είναι αυτό, αλλά γιατί ένα σύνολο συντρόφων στρατεύεται σε αυτή την προσπάθεια για χρόνια, οργανώνοντας μαρξιστικά τριήμερα, την ίδια στιγμή που τρέχει σε κάθε απεργία και κατάληψη, σε κάθε εργατικό ή νεολαιίστικο αγώνα.

Αλλά η εσωτερική δημοκρατία και η θεωρητική δουλειά μπορεί να γίνουν φορμαλιστικά χωρίς την εξωτερική σύνδεση με την τάξη. Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός είναι πάνω απ' όλα ζωντανή σχέση με τον κόσμο, διάλογος με την τάξη. Το πόσο σωστές είναι οι προτάσεις που διαμορφώνει η εργατική πρωτοπορία και το κόμμα της δεν κρίνεται εσωτερικά, αλλά από την ίδια την εργατική τάξη που άλλοτε τις υιοθετεί, άλλοτε τις περιφρονεί και άλλοτε τις τροποποιεί μέσα στη δράση.

Βασικό εργαλείο γι' αυτή τη λειτουργία είναι η εργατική εφημερίδα. Δεν είναι τυχαίο ότι σε όλες τις μεγάλες στιγμές της εργατικής τάξης, τα κινήματά της δέθηκαν με εφημερίδες που τα υπηρέτησαν. Από το κίνημα των Χαρτιστών στη Βρετανία που είχε σαν όργανό του το "Αστέρι του Βορρά" και δίδαξε τον Ένγκελς και το Μαρξ μέχρι την Πράβντα των Μπολσεβίκων στα χρόνια της ρώσικης επανάστασης και την Όρντινε Νουόβο του Γκράμσι στην ιταλική "Κόκκινη Διετία" χτίστηκε μια παράδοση που κανένας επαναστάτης δεν μπορεί να αγνοεί.

Ο Λένιν είχε παρομοιάσει το εργατικό έντυπο με τη σκαλωσιά που γύρω της χτίζεται η οργάνωση των πρωτοπόρων εργατών. Είναι μια παρομοίωση που διατηρεί την αξία της και σήμερα, στην εποχή του ίντερνετ και του φέισμπουκ. Η Εργατική Αλληλεγγύη, η εβδομαδιαία εφημερίδα που εκδίδει το ΣΕΚ, προσπαθεί να συνεχίσει αυτή την παράδοση.

Ένα πρώτο χαρακτηριστικό της επαναστατικής εργατικής εφημερίδας είναι η εξασφάλιση της ομοιογένειας για το σύνολο των αγωνιστών που τη διακινούν. Πολύ απλά, μας ενώνει, όλοι λέμε τα ίδια, κανείς δεν μπαίνει στον πειρασμό να "κρύψει" οπορτουνιστικά κάποιες θέσεις που θεωρεί ότι δεν είναι δημοφιλείς. Μια τοπική προκήρυξη μιας συσπείρωσης ή μιας πρωτοβουλίας μπορεί να είναι εξειδικευμένη στην περίπτωση, η εργατική εφημερίδα συνολικεύει όλες τις επιμέρους εμπειρίες.

Η θέση μας για τη νομιμοποίηση όλων των μεταναστών προβάλλεται από την Εργατική Αλληλεγγύη παντού, είτε διακινείται στη συνέλευση κάποιας σχολής, είτε στη Λαϊκή του Αγίου Παντελεήμονα. Η διεθνιστική στάση μας για το Μακεδονικό είναι η ίδια και στην Κρήτη και στη Θεσσαλονίκη. Η άποψη για διαγραφή του χρέους και κρατικοποίηση των τραπεζών με εργατικό έλεγχο ισχύει είτε πουλάμε εφημερίδα στους εργαζόμενους μιας τράπεζας είτε στους "αγανακτισμένους" του Συντάγματος.

Και βέβαια, αυτή η ομογενοποίηση ισχύει και αντίστροφα, για τους αναγνώστες της. Μια αντιρατσιστική κίνηση στα Γιάννενα π.χ. μαθαίνει πώς έδρασαν οι εκπαιδευτικοί στα Χανιά ενάντια στις φασιστικές επιθέσεις σε σχολεία, μια εργατική συνέλευση στην Πάτρα παίρνει εμπειρίες από τις απεργίες στις συγκοινωνίες της Αθήνας. Αν περιμέναμε να μάθουν οι αγωνιστές μέσα από τις σελίδες της Ελευθεροτυπίας, λόγου χάρη, πόσο εφικτό είναι να κερδηθεί μια εργατική συνέλευση, θα ήταν σαν να ψάχνουμε ανταπόκριση για μια συναυλία με έργα του Μάλερ στη Βιέννη σε κάποια αθλητική εφημερίδα απ' αυτές που θεωρούν τους γαύρους, τους βάζελους ή τους ΠΑΟΚτζήδες κρέας για τα στοιχήματα του κάθε Μάκαρου ή Μπέου.

Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η ανταπόκριση από τον κόσμο. Αρχίζοντας από το διάλογο που ανοίγει όταν προτείνεις σε κάποιον να πάρει εφημερίδα και φτάνοντας στα γράμματα και τα ραπόρτα που στέλνουν οι αγωνιστές της, η εργατική αλληλεγγύη βοηθάει τους συντρόφους που τη διακινούν να αποκτήσουν άμεση επαφή με τις διαθέσεις της τάξης. Η τάξη διδάσκει τους επαναστάτες κι αυτό δε γίνεται αφηρημένα και εγκεφαλικά, αλλά ζωντανά, εκεί που κρίνονται οι μάχες της ταξικής πάλης, από το εργοστάσιο στην πύλη του νοσοκομείου και από το σχολείο ή τη σχολή μέχρι το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς.

Γι' αυτό άλλωστε η διακίνηση της εργατικής εφημερίδας έχει νόημα να γίνεται χέρι με χέρι και όχι μόνο από τα περίπτερα ή το ίντερνετ. Η σχέση πρόσωπο με πρόσωπο ανάμεσα σ' αυτούς που τη διακινούν και αυτούς που την παίρνουν είναι αναντικατάστατη, ακριβώς όπως η ανταλλαγή μηνυμάτων δεν μπορεί να αντικαταστήσει μια συνέλευση. Καλό είναι το φέισμπουκ για να δίνουμε ραντεβού, αλλά στο ραντεβού πρέπει να είμαστε εμείς οι ίδιοι.

Η προσπάθεια για να συγκροτήσει η εργατική τάξη τις πρωτοπορίες της σε επαναστατική πολιτική δύναμη μετράει πίσω της πάνω από εκατόν πενήντα χρόνια και έχει περάσει μέσα από τις επιτυχίες και τις ήττες πολλών επαναστάσεων και τεσσάρων Διεθνών. Έχουμε έναν τεράστιο πλούτο από ιστορικές εμπειρίες για να μελετήσουμε και να αντλήσουμε διδάγματα και συμπεράσματα. Μέσα σε αυτό τον πλούτο, η εμπειρία της ρώσικης επανάστασης και του Λένιν ξεχωρίζει γιατί έφτασε πιο ψηλά από κάθε άλλη απόπειρα της τάξης μας. Πατώντας πάνω σ' αυτό το ύψωμα μπορούμε να βλέπουμε το δρόμο προς τα μπρος καλύτερα.

Ο Λένιν σήμερα, εκδόσεις μαρξιστικό βιβλιοπωλείο