Τουρκία: Μετά το δημοψήφισμα η κρίση

Συγκέντρωση υπέρ του ΟΧΙ στη Σμύρνη
Ο Ερντογάν κατέγραψε οριακή νίκη στο δημοψήφισμα της Κυριακής στην Τουρκία, αλλά το αποτέλεσμα δεν είναι ικανό για να τον ξεβαλτώσει. Ο ίδιος είχε θέσει ως πήχη ένα καθαρό 55% αλλά εισέπραξε 51,4% έναντι 48,6 για το Όχι. Υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος αντί για εργαλείο σταθεροποίησης της εξουσίας του μπορεί να του γυρίσει ανάποδα.

Οι μεταρρυθμίσεις που έβαζε σε δημοψήφισμα του έδιναν μια σειρά έξτρα εξουσίες, περιορίζοντας το ρόλο του πρωθυπουργού, της κυβέρνησης και του Κοινοβουλίου. Του δίνουν δικαίωμα να διορίζει όλους τους υπουργούς, να συντάσσει τον προϋπολογισμό, να διορίζει τους ανώτερους δικαστικούς και να περνάει νόμους με διατάγματα χωρίς την Εθνοσυνέλευση.

Ο Ερντογάν προσπάθησε να πατήσει πάνω στο αποτυχημένο πραξικόπημα του περασμένου καλοκαιριού για να πείσει τον κόσμο ότι μόνο δίνοντάς του υπερεξουσίες μπορεί να αντιμετωπίσει τέτοιες απειλές. Αλλά κυρίως ότι η ενίσχυση της εξουσίας του Ερντογάν είναι η μόνη εναλλακτική αυτή τη στιγμή που η σταθερότητα της Τουρκίας βρίσκεται υπό αμφισβήτηση από πολλές μεριές. Το 51,4% δεν είναι αρκετό για να ξεκαθαρίσει ούτε στον απλό κόσμο αλλά ούτε στην άρχουσα τάξη ότι πρέπει να ποντάρει όλες της τις ελπίδες στον Ερντογάν. 

Από την Κυριακή βγήκε κόσμος στο δρόμο και από τα δυο στρατόπεδα. Οι μεν για να πανηγυρίσουν, οι δε για να καταγγείλουν τη βία και τη νοθεία. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης απαιτούν επανακαταμέτρηση, δεν αναγνωρίζουν το αποτέλεσμα και επισημαίνουν ότι η κεντρική εφορευτική επιτροπή βρισκόταν στα χέρια του κυβερνώντος κόμματος.

Εργατικό ΟΧΙ

Για τον Ερντογάν το πολιτικό πρόβλημα καταγράφηκε και σε άλλες διαστάσεις. Το Όχι κέρδισε και στην Ιστανμπούλ και στην Άγκυρα, τα σημεία που ο Ερντογάν είχε σαν βασικές αφετηρίες για την εκτόξευσή του από το 1994 ως σήμερα. Ο Ερντογάν πριν γίνει πρωθυπουργός και πρόεδρος ήταν δήμαρχος της Ιστανμπούλ. Όπως επισημαίνουν σε ανακοίνωσή τους οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες του DSIP, του αδελφού κόμματος του ΣΕΚ στην Τουρκία “Το Όχι βγήκε πρώτο σε 13 από τις 20 μεγαλύτερες πόλεις που αθροίζουν το 77% του ΑΕΠ. Αλλο επίσης σημαντικό στοιχείο είναι η αιμορραγία που υπέστη το AKP [το κόμμα του Ερντογάν] στους Δήμους της Ιστανμπούλ που θεωρούσε προπύργια. Η νίκη του Όχι στο Ουσκουντάρ και το μέγεθος του Όχι στο Φατίχ είναι παραδείγματα αυτής της αιμορραγίας.” Ουσιαστικά το ΟΧΙ σάρωσε στις εργατογειτονιές.

Παράλληλα, μπαίνει σε αμφισβήτηση η συμμαχία του Ερντογάν με το εθνικιστικό MHP. Τα δυο κόμματα συγκυβερνούν και βρίσκονται σε πολιτική συμμαχία ιδιαίτερα μετά το πραξικόπημα. Όμως, στο δημοψήφισμα δεν κατάφεραν να συγκεντρώσουν το άθροισμα των ψήφων τους στις τελευταίες εκλογές. Το Νοέμβρη του 2015 πήραν 29,2 εκατομμύρια ψήφους και τώρα το Ναι πήρε 4 εκατομμύρια λιγότερα. Το MHP φαίνεται ότι ήταν αυτό που δεν κατάφερε να κινητοποιήσει τη βάση του να ψηφίσει υπέρ των υπερεξουσιών του Ερντογάν. Η εσωτερική σκληρή αντιπολίτευση των φασιστών του MHP που ήταν εναντίον της συνεργασίας με τον Ερντογάν βγήκε ενισχυμένη από το δημοψήφισμα.

Ενίσχυση του HDP

Η ανακοίνωση του DSIP υπογραμμίζει ότι πολιτικά ενισχυμένο βγαίνει πάνω από όλους το HDP, το κόμμα της Αριστεράς και του κουρδικού κινήματος. Στις κουρδικές επαρχίες κέρδισε το Όχι, παρότι ακριβώς εκεί είναι επικεντρωμένη η κυβερνητική εκστρατεία της βίας. Το HDP είχε κάνει την ιστορική έκπληξη τον Ιούνη του ‘15 σπάζοντας το όριο του 10% και μπαίνοντας στο Κοινοβούλιο. Το Νοέμβρη παρότι εν μέρει οι εκλογές οργανώθηκαν για να το πετάξουν έξω, τα κατάφερε κόντρα σε όλα τα προγνωστικά να μείνει μέσα στη Βουλή. Τώρα μια σειρά στελέχη του βρίσκονται στη φυλακή ή υπό δίωξη, και παρόλα αυτά κατάφερε να κάνει καμπάνια για το Όχι και να την κερδίσει στις κουρδικές περιοχές.

Η ενσωμάτωση μέρους των Κούρδων ήταν ένα από τα δυνατά σημεία του Ερντογάν στη φάση της ανόδου του. Ο Ερντογάν κατάφερνε να κερδίζει τη μία εκλογική διαδικασία μετά την άλλη με όλο και μεγαλύτερα ποσοστά, έχοντας πείσει ότι θα άνοιγε μια ειρηνευτική διαδικασία που θα έβαζε τέλος στο διαρκή εσωτερικό πόλεμο. Το δημοψήφισμα κατέγραψε τo τέλος αυτής της πολιτικής στρατηγικής.  Ο Ερντογάν έχει ξαναξεκινήσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις σε βάρος των Κούρδων σε κλίμακα μεγαλύτερη από το παρελθόν.
Είναι λάθος η περιγραφή της κόντρας του δημοψηφίσματος μέσα από το πρίσμα της μανίας του Ερντογάν για μεγαλύτερη εξουσία. Το πρόβλημα είναι πολύ βαθύτερο. Η πολιτική κρίση στην Τουρκία είναι αποτέλεσμα της αποτυχίας μιας ολόκληρης στρατηγικής. 

Σε διεθνές επίπεδο η Τουρκία έβγαινε ως δύναμη που έχει το ένα πόδι στην Ευρώπη και το άλλο στη Μέση Ανατολή όπου μπορεί να επηρεάζει και να καθορίζει εξελίξεις από την Αίγυπτο και την Παλαιστίνη ως τον εμφύλιο της Συρίας. Τώρα βρίσκεται εκτεθειμένη με το στρατό της στη Συρία, να περιμένει μια να πάρει συγχαρητήρια και μια να εισπράξει σφαλιάρες, πότε από τον Τραμπ και πότε από τον Πούτιν. Οι σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση έφτασαν στο ναδίρ. 

Και η τουρκική οικονομία που φάνταζε ως εξαίρεση στην κρίση πήρε τα κάτω της. Από τους “κινέζικους” ρυθμούς, τώρα το ΑΕΠ κατά κεφαλήν μένει στάσιμο. Η τουρκική λίρα έφτασε σε ιστορικό χαμηλό απέναντι στο ευρώ και το δολάριο το Γενάρη.

Πίσω από το κυνήγι των “υπερεξουσιών” βρίσκεται η αγωνία και ο φόβος της άρχουσας τάξης για τις επικίνδυνες μανούβρες που χρειάζονται για να μπει τάξη σε αυτό το χάος εσωτερικά και εξωτερικά. “Διαρθρωτικές αλλαγές” είναι το πρόγραμμα λέει η κυβέρνηση Ερντογάν μετά το δημοψήφισμα. Πρόσφατα ο Ερντογάν αύξησε κατακόρυφα τις εγγυήσεις του κρατικού προϋπολογισμού για τα κόκκινα δάνεια των τραπεζών προς τις επιχειρήσεις.

Το ερώτημα είναι μετά το δημοψηφίσμα είναι ο Ερντογάν σε καλύτερη θέση; Και η τουρκική άρχουσα τάξη είναι σε καλύτερη θέση για να σταθεροποιήσει κάτι από όλα; Δεν φαίνεται κάτι τέτοιο. 

Απάντηση

Την οριστική απάντηση όμως δεν τη δίνουν οι αριθμοί και οι ψήφοι. Μπορούν να τη δώσουν οι πραγματικοί αγώνες απέναντι στα σχέδια της άρχουσας τάξης. Η δύναμη των από κάτω καταγράφηκε με την αντίσταση στους δρόμους στο πραξικόπημα. Τώρα καταγράφηκε και με την αντίσταση στον Ερντογάν. Οι σύντροφοι του DSIP λένε πως η πρόκληση είναι να μετατραπεί αυτή η δυναμική σε ένα πολιτικό κέντρο που θα γίνει σημείο αναφοράς της αντίστασης, των εργατών, των γυναικών, της νεολαίας, των Κούρδων και όλων των μειονοτήτων, απέναντι στη λιτότητα, τον αυταρχισμό και την πολεμοκαπηλία.

Στην από ‘δώ μεριά του Αιγαίου έχουμε καθήκον να μην αφήσουμε τους αγωνιστές της Τουρκίας χωρίς αλληλεγγύη. Να μην δώσουμε ούτε σπιθαμή στους Κοτζιάδες και τους Καμμένους που θέλουν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση και να οξύνουν τους ανταγωνισμούς και την ένταση. Να βοηθήσουμε την Αριστερά που αντιστέκεται στην Τουρκία να αρπάξει την ευκαιρία. 
Νίκος Λούντος